Τετάρτη, 04 Νοέμβριος 2015 12:28

Καρκίνος ουροδόχου κύστεως

του Ευάγγελου Λιάτσικου    

Αναπλ. Καθηγητή Ουρολογίας Παν. Πατρών

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως αποτελεί μία από τις συχνότερες νεοπλασίες στον άνθρωπο. Η νόσος προσβάλει τους άνδρες συχνότερα από ότι τις γυναίκες και η μέση ηλικία κατά τη διάγνωση είναι τα 68 έτη. Δεδομένου ότι η νόσος δίνει εμφανή συμπτώματα σε πρώιμα στάδια της εξέλιξής της, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, κατά τη διάγνωση, ο όγκος εντοπίζεται αποκλειστικά στην κύστη και μόνο σε ένα μικρό ποσοστό η νόσος έχει επεκταθεί εξωκυστικά (περικυστικό λίπος, μεταστάσεις σε λεμφαδένες ή άλλα όργανα).
Διάγνωση
Το κυριότερο σύμπτωμα του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως είναι η αιματουρία και λιγότερο συχνά συμπτώματα όπως πόνος κατά την ούρηση (δυσουρία) ή συχνοουρία. Κάθε λοιπόν αιματουρία πρέπει να εξετάζεται από ουρολόγο με την υποψία ύπαρξης καρκίνου της ουροδόχου κύστεως. Εξετάσεις που μπορούν να γίνουν για τη διάγνωση της νόσου είναι το υπερηχογράφημα της ουροδόχου κύστεως, η κυτταρολογική εξέταση των ούρων αλλά η κυστεοσκόπηση αποτελεί τη σημαντικότερη εξέταση. Η συγκεκριμένη έξεταση πραγματοποιείται με την εισαγωγή ενός ειδικού εργαλείου διαμέσου της ουρήθρας στην ουροδόχο κύστη και επισκόπηση της.

Η εξέταση δεν είναι επώδυνη εφόσον πραγματοποιείται υπό τοπική ή γενική αναισθησία. Συνεπώς, η διάγνωση του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως τις περισσότερες φορές τίθεται μετά από κυστεοσκόπηση και μακροσκοπική αναγνώριση της χαρακτηριστικής εικόνας του εξωφυτικού όγκου. Σημαντικά συμβάλει στη διάγνωση και η κυτταρολογική εξέταση ούρων όπου καρκινικά κύτταρα ανιχνεύονται στα ούρα, ιδιαίτερα στην περίπτωση του ενδοεπιθηλιακού νεοπλάσματος που δεν έχει χαρακτηριστική μακροσκοπική εικόνα. Τέλος, η διάγνωση επιβεβαιώνεται με την ιστολογική εξέταση δείγματος βιοψίας που λαμβάνεται από τον όγκο. Η βιοψία θα καθορίσει επίσης την επιθετικότητα του όγκου καθώς και το βάθος που αυτός διηθεί το τοίχωμα της κύστης. Αξίζει να σημειωθεί, ότι για περιορισμένες βλάβες κατά τη βιοψία γίνεται προσπάθεια για πλήρη διουρηθρική εξαίρεση του νεοπλάσματος που σε κάποιες περιπτώσεις χαμηλής κακοήθειας αποτελεί και την αποκλειστική θεραπεία.
Πρόγνωση
Η πρόγνωση του καρκίνου της κύστεως εξαρτάται από το βάθος και την έκταση που διηθεί το τοίχωμα της κύστεως καθώς και από το βαθμό διαφοροποίησης των καρκινικών κυττάρων που αυτός αποτελείται. Στην περίπτωση που δεν διηθεί το μυικό τοίχωμα (κλινικά στάδια Ta, T1, CIS) με την κατάλληλη θεραπεία η 5ετής επιβίωση κυμαίνεται από 82-100% ενώ στην περίπτωση που διηθεί το μυϊκό τοίχωμα αλλά δεν έχει επεκταθεί εξωκυστικά (κλινικό στάδιο Τ2) 63-83%. Εξωκυστική επέκταση της νόσου κατά τη διάγνωση χαρακτηρίζεται από κακή πρόγνωση.
Αντιμετώπιση
Τα επιφανειακά νεοπλάσματα της ουροδόχου κύστεως αντιμετωπίζονται με διουρηθρική εκτομή. Αξίζει όμως να σημειωθεί ο υψηλός βαθμός επανεμφάνισης της νόσου με πάνω από 80% των περιπτώσεων να αναμένεται να έχουν τουλάχιστον μία επανεμφάνιση μετά την αρχική αντιμετώπιση. Στους όγκους χαμηλής κακοήθειας, η ανά τακτά χρονικά διαστήματα κυστεοσκόπηση με επανάληψη της εκτομής είναι συνήθως αρκετή. Όγκοι ενδιάμεσης κακοήθειας απαιτείται επικουρικά να αντιμετωπιστούν με επανειλημμένες εγχύσεις στην κύστη χημειοθεραπευτικών παραγόντων. Οι εγχύσεις αυτές μειώνουν σημαντικά τα ποσοστά επανεμφάνισης της νόσου καθώς και τα ποσοστά εξέλιξης του όγκου σε μεγαλύτερης επιθετικότητας νεόπλασμα. Στην περίπτωση που ο όγκος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί διουρηθρικά (επέκταση σε όλη την κύστη, διήθηση μυικού τοιχώματος) και στην περίπτωση που η νόσος δεν έχει δώσει απομακρυσμένες μεταστάσεις σε άλλα όργανα απαιτείται ριζική κυστεκτομή. Η συστηματική χημειοθεραπεία και η τοπική ακτινοβολία αποτελούν επίσης θεραπευτικές επιλογές που όμως συνήθως περιορίζονται στα περιστατικά που δεν δύναται να υποβληθούν σε κυστεκτομή.

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 09 Νοέμβριος 2015 14:03
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια