Περισσότεροι από δύο στους τρεις νέους στην Ευρώπη έχουν βιώσει τουλάχιστον μία δυσμενή ή τραυματική εμπειρία κατά την παιδική τους ηλικία, σύμφωνα με νέα έκθεση του Περιφερειακού Γραφείου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την Ευρώπη.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι εμπειρίες όπως η ενδοοικογενειακή βία, η κακοποίηση, η παραμέληση ή η απώλεια ενός γονέα μπορούν να συνδέονται με προβλήματα ψυχικής υγείας και μειωμένη ποιότητα ζωής ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι περισσότεροι από ένας στους πέντε νέους ενήλικες ανέφεραν πως είχαν βιώσει τέσσερις ή περισσότερες δυσμενείς εμπειρίες κατά τα παιδικά τους χρόνια.
Τι έδειξε η έρευνα σε 26.000 νέους
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Νοέμβριο του 2025 έως τον Ιανουάριο του 2026, με τη συμμετοχή περισσότερων από 26.000 νέων ηλικίας 18 έως 30 ετών.
Οι επιστήμονες εξέτασαν εννέα κατηγορίες δυσμενών εμπειριών που μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη ενός παιδιού.
Σε αυτές περιλαμβάνονται η σωματική, συναισθηματική και σεξουαλική κακοποίηση, η σωματική παραμέληση, η χρήση ουσιών στο οικογενειακό περιβάλλον, τα προβλήματα ψυχικής υγείας μέλους της οικογένειας, ο χωρισμός ή ο θάνατος ενός γονέα και η έκθεση σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας.
Οι συχνότερες εμπειρίες που καταγράφηκαν ήταν ο χωρισμός ή η απώλεια γονέα, η ενδοοικογενειακή βία και η συναισθηματική κακοποίηση.
Η έρευνα καταγράφει τη συχνότητα αυτών των εμπειριών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι όσοι τις βίωσαν εμφάνισαν στη συνέχεια προβλήματα υγείας.
Πώς επηρεάζονται η ψυχική υγεία και η καθημερινότητα
Σύμφωνα με την έκθεση, η επαναλαμβανόμενη έκθεση ενός παιδιού σε έντονο στρες μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εγκεφάλου, τη διαχείριση των συναισθημάτων και τους μηχανισμούς αντίδρασης του οργανισμού στο άγχος.
Οι συνέπειες ενδέχεται να γίνουν εμφανείς αργότερα, κατά την εφηβεία ή την ενήλικη ζωή.
Οι νέοι που είχαν βιώσει τουλάχιστον τέσσερις δυσμενείς εμπειρίες ανέφεραν συχνότερα σωματικό πόνο ή δυσφορία, δυσκολίες στην εργασία και στις σπουδές, περιορισμένη κινητικότητα και προβλήματα στην εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων.
Παράλληλα, η συσσώρευση αρνητικών εμπειριών συνδέθηκε με δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις και γενικότερα με χαμηλότερη ποιότητα ζωής.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται αποκλειστικά στην ψυχική υγεία, αλλά επεκτείνονται στην εκπαίδευση, στην επαγγελματική πορεία και στην κοινωνική συμμετοχή.
Το 76,3% ένιωσε ότι χρειάζεται ψυχολογική βοήθεια
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά την ανάγκη υποστήριξης από ειδικούς ψυχικής υγείας.
Μεταξύ των νέων που είχαν βιώσει τέσσερις ή περισσότερες δυσμενείς εμπειρίες, το 76,3% δήλωσε ότι κατά το προηγούμενο έτος αισθάνθηκε την ανάγκη να συμβουλευτεί ψυχολόγο.
Αντίθετα, μεταξύ όσων δεν είχαν αναφέρει καμία από τις εξεταζόμενες εμπειρίες, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 36,7%.
Η διαφορά είναι ιδιαίτερα μεγάλη και αποτυπώνει τη σχέση ανάμεσα στη συσσώρευση δύσκολων παιδικών εμπειριών και στην ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης στην ενήλικη ζωή.
Ωστόσο, η έκθεση αναδεικνύει και ένα δεύτερο πρόβλημα: οι νέοι που είχαν βιώσει περισσότερες δυσμενείς εμπειρίες ήταν πιθανότερο να δηλώσουν ότι δεν έλαβαν τη βοήθεια που θεωρούσαν απαραίτητη.
Οι επιπτώσεις στην εργασία και στις ανθρώπινες σχέσεις
Οι ειδικοί του ΠΟΥ τονίζουν ότι οι συνέπειες των δύσκολων παιδικών εμπειριών δεν αποτελούν αποκλειστικά ζήτημα υγείας.
Μπορούν να επηρεάσουν τη σχολική επίδοση, τη δυνατότητα ολοκλήρωσης των σπουδών, την ένταξη στην αγορά εργασίας και τη δημιουργία σταθερών διαπροσωπικών σχέσεων.
Η διευθύντρια Συστημάτων Υγείας του ΠΟΥ για την Ευρώπη, Νατάσα Ατζοπάντι-Μασκάτ, επισήμανε ότι ένα παιδί που μεγαλώνει σε περιβάλλον βίας ή οικογενειακής κρίσης μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις συνέπειες αυτών των εμπειριών πολλά χρόνια αργότερα.
Όπως υπογράμμισε, πρόκειται για ζήτημα με κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από τις υπηρεσίες υγείας.
Ο κίνδυνος να μεταφέρονται τα τραύματα από γενιά σε γενιά
Η έκθεση προειδοποιεί ότι, χωρίς έγκαιρη παρέμβαση, οι δυσμενείς εμπειρίες ενδέχεται να επαναλαμβάνονται από τη μία γενιά στην επόμενη.
Άνθρωποι που μεγάλωσαν σε περιβάλλον βίας, οικονομικής ανασφάλειας ή σοβαρών οικογενειακών δυσκολιών μπορεί να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες προκλήσεις όταν δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η επανάληψη των ίδιων καταστάσεων είναι αναπόφευκτη.
Αντίθετα, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η έγκαιρη υποστήριξη των παιδιών και των οικογενειών μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις μακροχρόνιες συνέπειες.
Η πρόληψη μπορεί να αλλάξει την πορεία ενός παιδιού
Παρά τα ανησυχητικά ευρήματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας δεν καθορίζουν υποχρεωτικά το μέλλον ενός ανθρώπου.
Η ύπαρξη ασφαλούς οικογενειακού περιβάλλοντος, η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας και η υποστήριξη από το σχολείο και τις κοινωνικές δομές μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.
Ο Μαρκ Μπέλις, από το Πανεπιστήμιο John Moores του Λίβερπουλ, που είχε την επιστημονική ευθύνη της μελέτης, υπογράμμισε ότι πολλές από αυτές τις εμπειρίες μπορούν να προληφθούν, ενώ οι επιπτώσεις τους είναι δυνατόν να περιοριστούν.
Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η προστασία της παιδικής ηλικίας αποτελεί επένδυση όχι μόνο στην υγεία των παιδιών, αλλά και στη συνολική κοινωνική ευημερία.
Η ενίσχυση των οικογενειών, η πρόληψη της βίας και η έγκαιρη πρόσβαση σε κατάλληλη φροντίδα αναδεικνύονται σε βασικές προϋποθέσεις για μια καλύτερη ενήλικη ζωή.
