Ολοένα και περισσότεροι φαίνεται να είναι οι κάτοικοι και των τριών νομών της Δυτικής Ελλάδας που φτάνουν να «κρούουν» την πόρτα των ειδικών ψυχικής υγείας, ψυχολόγων και ψυχιάτρων, προκειμένου να αναζητήσουν μια επιστημονική λύση στα προβλήματα που τους ταλανίζουν. Το γεγονός αυτό οφείλεται αφενός στις δυσκολίες της εποχής, η οποία είναι γεμάτη προκλήσεις οικονομικής και όχι μόνο φύσεως, αλλά και στο ότι η επίσκεψη στους ειδικούς έπαψε πια να αποτελεί ταμπού και να επιφέρει το ανάλογο κοινωνικό στίγμα. Άγχος και κρίσεις πανικού είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα που αναφέρει η πλειοψηφία των θεραπευόμενων, ενώ δεν είναι λίγοι και όσοι υποφέρουν και από πιο έντονα ψυχοσωματικά προβλήματα. Φυσικά, παρόλο που πολλά από αυτά τα θέματα προϋπήρχαν, η πανδημία της Covid-19 και ο πολύμηνος αναγκαστικός εγκλεισμός, έφερε στην «επιφάνεια» μερικά καλώς συγκεκαλυμμένα ψυχικά θέματα.
Όπως εξηγεί στον «Νεολόγο» ο Αντώνης Καλέντζης, Ψυχολόγος BPS, MISCP Assoc: «Τα τελευταία χρόνια στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Ελλάδας παρατηρείται μια αξιοσημείωτη αύξηση στα αιτήματα υποστήριξης από ειδικούς ψυχικής υγείας. Ένα από τα πιο συχνά αναφερόμενα προβλήματα είναι οι αγχώδεις διαταραχές, οι οποίες περιλαμβάνουν γενικευμένο άγχος, φοβίες, κοινωνικό άγχος και κρίσεις πανικού».
Όσον αφορά το ηλικιακό εύρος όσων υποφέρουν από τα παραπάνω, κατά κύριο λόγο θα μπορούσαμε να πούμε πως το «target group» του άγχους είναι οι νεαροί ενήλικες, αλλά και όλοι οι εργαζόμενοι παραγωγικών ηλικιών, άνδρες και γυναίκες. Οι πρώτοι, βρίσκονται σε αναζήτηση επαγγελματικής διαδρομής και καριέρας, έχουν ακόμη ανησυχίες για απόκτηση πτυχίων, μεταπτυχιακών και άλλων δεξιοτήτων που θα τους βοηθήσουν να διεκδικήσουν μια καλύτερη και αποδοτικότερη οικονομικά θέση στην αγορά εργασίας. Σίγουρα έχουν και το άγχος των κοινωνικών σχέσεων και αλληλεπιδράσεων, μιας και είναι οι ηλικίες που οι περισσότεροι εγκαταλείπουν το πατρικό τους σπίτι και ζουν για πρώτη φορά μόνοι τους.
Οι μεγαλύτεροι, διέπονται φυσικά από ανησυχίες επαγγελματικής ανέλιξης και εδραίωσης της θέσης τους, αλλά και για τη δημιουργία της δικής τους οικογένειας. «Το άγχος φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα τις ηλικίες 20 έως 50 ετών, ενώ συχνά συνδέεται με έντονες και παρατεταμένες περιόδους πίεσης που προκύπτουν από επαγγελματικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα» εξηγεί ο κ. Καλέντζης.
Αξιοσημείωτο είναι πως πολλοί από όσους υποφέρουν από χρόνια θέματα παρατεταμένου άγχους, σε σημείο που τους καθιστά ακόμη και δυσλειτουργικούς, δεν φτάνουν να ζητήσουν μια συμβουλευτική γνώμη ενός ειδικού ψυχικής υγείας, μέχρι αυτό να εκδηλωθεί και σε ένα πιο σωματικό, «απτό» επίπεδο. Αν δηλαδή δεν παρουσιάσουν κάποια ψυχοσωματικά προβλήματα, θεωρούν πως δεν είναι απαραίτητο να επισκεφθούν τον κατάλληλο ψυχίατρο ή ψυχολόγο.
Τα συμπτώματα
«Τα άτομα συχνά αναφέρουν συμπτώματα όπως αϋπνία, σωματικές ενοχλήσεις, υπερβολική ανησυχία και αδυναμία συγκέντρωσης, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητά τους» επισημαίνει ο Αντώνης Καλέντζης.
Ένα ιδιαιτέρως συχνό πρόβλημα, που παλαιότερα δεν είχαν κληθεί τόσοι άνθρωποι να αντιμετωπίσουν, δεν είναι άλλο από τις κρίσεις πανικού. Οι κρίσεις αυτές αποτελούν επί της ουσίας μια υποκατηγορία διαταραχής άγχους. Είναι ένα αιφνίδιο επεισόδιο άγχους που συνοδεύεται από σοβαρές ψυχοσωματικές αντιδράσεις, κατά το οποίο οι πάσχοντες νιώθουν ότι ξαφνικά χάνουν τον έλεγχο της σκέψης και του σώματός τους, ότι βιώνουν κάποια καρδιακή προσβολή ή ακόμη και ότι πεθαίνουν. Όταν μάλιστα το πρόβλημα συνεχίζεται και οι κρίσεις πανικού επιμένουν για μεγάλο διάστημα, τότε ίσως πρόκειται για διαταραχή πανικού.
Ο ψυχολόγος εξηγεί: «Οι κρίσεις πανικού, ειδικότερα, έχουν καταγραφεί σε αυξανόμενη συχνότητα και χαρακτηρίζονται από ξαφνικά και έντονα επεισόδια φόβου και δυσφορίας, συνοδευόμενα από σωματικά συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, δύσπνοια, ζάλη και εφίδρωση. Αυτές οι εμπειρίες συχνά οδηγούν τα άτομα σε περιορισμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων τους και επιφέρουν σημαντική επιβάρυνση στην προσωπική και επαγγελματική τους ζωή».
Το κοινωνικό στίγμα
Όσον αφορά το ταμπού που υπήρχε ιδιαιτέρως κατά τα προηγούμενα χρόνια, πλέον έχει ευτυχώς μειωθεί σε μεγάλο βαθμό, αφού έχουν παταχθεί αντιλήψεις του «Συνδρόμου της Γειτονιάς», που ήθελαν τους θεραπευόμενους να είναι «ασταθείς», «παράλογοι» και «προβληματικοί».
«Παράλληλα, παρατηρείται μια σταδιακή αλλαγή όσον αφορά το κοινωνικό στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία. Αν και το ταμπού δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως, ιδιαίτερα μεταξύ των μεγαλύτερων ηλικιών και των κατοίκων μικρότερων κοινοτήτων, η νεότερη γενιά επιδεικνύει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και ανοιχτότητα στην αναζήτηση βοήθειας. Υπάρχει αυξανόμενη κατανόηση της σημασίας της ψυχικής ευεξίας και της ανάγκης για έγκαιρη παρέμβαση και υποστήριξη από ειδικούς».
Φυσικά, εχθρός του καλού είναι το καλύτερο και τα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης, είναι πολλά, προκειμένου να αποτιναχθούν σε πλήρη βαθμό τα ταμπού αυτά. «Είναι απαραίτητη η συνέχιση και εντατικοποίηση των προσπαθειών ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης γύρω από θέματα ψυχικής υγείας, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η αποδοχή και η έγκαιρη αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων από τους κατοίκους της Δυτικής Ελλάδας. Η ψυχική υγεία δεν είναι προορισμός, αλλά ένα ταξίδι στο οποίο δεν πρέπει να είμαστε ποτέ μόνοι» καταλήγει ο κ. Καλέντζης.