Το δίλημμα αρχίζει συνήθως με ένα σύμπτωμα που επιμένει και μια απλή αναζήτηση για ραντεβού. Από τη μία βρίσκεται η δημόσια δομή ή ο συμβεβλημένος γιατρός, με μικρό ή μηδενικό άμεσο κόστος αλλά ενδεχομένως περιορισμένη διαθεσιμότητα.
Από την άλλη, το ιδιωτικό ιατρείο, όπου το ραντεβού μπορεί να βρεθεί ακόμη και την επόμενη ημέρα, αρκεί ο ασθενής να μπορεί να πληρώσει.
Για μια οικογένεια που μετρά ήδη ενοίκιο, λογαριασμούς και τρόφιμα, η απόφαση δεν είναι θεωρητική. Η επίσκεψη μπορεί να φέρει μαζί της εξετάσεις, επανέλεγχο και φάρμακα. Έτσι, το αρχικό ερώτημα «να περιμένω ή να πληρώσω;» μετατρέπεται γρήγορα σε υπολογισμό πολλών εξόδων. Και όταν το πρόβλημα υγείας προκαλεί πόνο, φόβο ή αδυναμία εργασίας, ο χρόνος παύει να είναι ουδέτερος: αποκτά και ο ίδιος οικονομικό και ανθρώπινο κόστος.
Η πρόσβαση στο ΕΣΥ έχει αλλάξει σημαντικά στο επίπεδο του προγραμματισμού. Από την 1η Οκτωβρίου 2025, τα ραντεβού των εξωτερικών ιατρείων των νοσοκομείων του ΕΣΥ εντάχθηκαν στο ενιαίο σύστημα ηλεκτρονικών ραντεβού. Οι πολίτες μπορούν να αναζητούν διαθέσιμη ώρα μέσω του myHealth app, του finddoctors.gov.gr ή της δωρεάν τηλεφωνικής γραμμής 1566. Το ίδιο ψηφιακό περιβάλλον εξυπηρετεί την αναζήτηση ραντεβού σε δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, όπως Κέντρα Υγείας και ΤΟΜΥ.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της επίσημης ιστοσελίδας του 1566, με ημερομηνία αναφοράς την 31η Ιουλίου 2026, καταγράφουν 4.540.410 εισερχόμενες κλήσεις, μέση διάρκεια κλήσης 4,40 λεπτά και μέσο χρόνο αναμονής 50 δευτερόλεπτα. Είναι μια σαφής ένδειξη ότι η είσοδος στο σύστημα έγινε απλούστερη και πιο ενιαία. Δεν είναι, ωστόσο, το ίδιο πράγμα με τον χρόνο μέχρι την εξέταση. Άλλο να βρίσκει γρήγορα ο πολίτης τη γραμμή ή την πλατφόρμα και άλλο να υπάρχει κοντινή διαθέσιμη θέση στη συγκεκριμένη ειδικότητα και περιοχή που χρειάζεται.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η ψηφιοποίηση μπορεί να εμφανίσει τη διαθεσιμότητα, να περιορίσει τις άσκοπες τηλεφωνικές κλήσεις και να βοηθήσει να αξιοποιούνται καλύτερα τα κενά. Δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει περισσότερες ώρες ιατρών, να καλύψει ελλείψεις ειδικοτήτων ή να εξισώσει τις δυνατότητες ενός μεγάλου αστικού κέντρου με εκείνες μιας απομακρυσμένης περιοχής.
Ούτε όλοι οι πολίτες έχουν την ίδια ψηφιακή ευχέρεια. Για έναν ηλικιωμένο χωρίς υποστήριξη, ακόμη και ένα λειτουργικό ηλεκτρονικό σύστημα μπορεί να παραμένει δύσχρηστο. Γι’ αυτό η τηλεφωνική και η δια ζώσης καθοδήγηση εξακολουθούν να είναι αναγκαίες.
Η έκταση της πίεσης αποτυπώνεται στα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat. Για το 2024, το 21,9% των ανθρώπων ηλικίας 16 ετών και άνω στην Ελλάδα που χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία δήλωσαν ότι δεν την έλαβαν λόγω κόστους, λίστας αναμονής ή απόστασης από τον πάροχο. Ήταν το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο μέσος όρος ήταν 3,6%. Η Eurostat επισημαίνει ακόμη ότι στην Ελλάδα η δαπάνη ήταν η συχνότερη επιμέρους αιτία ανεκπλήρωτης ανάγκης.
Η ηλικιακή ανισότητα είναι επίσης εντυπωσιακή. Στην Ελλάδα, η διαφορά μεταξύ των πολιτών 65 ετών και άνω και της ομάδας 16 έως 44 ετών ως προς τις ανεκπλήρωτες ανάγκες λόγω κόστους, απόστασης ή αναμονής έφτασε τις 24,3 ποσοστιαίες μονάδες — τη μεγαλύτερη απόκλιση στην ΕΕ. Πρόκειται για ανθρώπους που συχνά χρειάζονται συχνότερη παρακολούθηση, έχουν περισσότερα από ένα προβλήματα υγείας και ενδέχεται να διαθέτουν χαμηλότερο ή σταθερό εισόδημα.
Τα στοιχεία αυτά δεν σημαίνουν ότι κάθε δημόσιο ραντεβού απαιτεί μήνες ούτε ότι κάθε ιδιώτης είναι διαθέσιμος αύριο. Οι χρόνοι μεταβάλλονται ανά ειδικότητα, δομή, περιοχή και βαθμό επείγοντος. Αποκαλύπτουν, όμως, ένα σύστημα δύο ταχυτήτων: όποιος διαθέτει χρήματα μπορεί συχνά να αγοράσει χρόνο, ενώ όποιος δεν διαθέτει καλείται να περιμένει, να ψάξει σε μεγαλύτερη ακτίνα ή ακόμη και να αναβάλει την εξέταση.
Η αναβολή δεν είναι χωρίς συνέπειες. Ένα πρόβλημα που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί έγκαιρα μπορεί να επιδεινωθεί, να απαιτήσει ακριβότερη θεραπεία ή να οδηγήσει τον ασθενή στα επείγοντα. Παράλληλα, οι οικογένειες που στρέφονται αναγκαστικά στον ιδιωτικό τομέα περιορίζουν άλλες βασικές δαπάνες. Έτσι, η καθυστέρηση και το κόστος τροφοδοτούν το ένα το άλλο.
Για τον ασθενή που αναζητεί σήμερα ραντεβού, η πιο πρακτική διαδρομή είναι να ελέγξει και τα τρία επίσημα κανάλια — myHealth, finddoctors.gov.gr και 1566 — και, όπου είναι εφικτό, γειτονικές δημόσιες δομές ή συμβεβλημένους γιατρούς. Αν τα συμπτώματα είναι αιφνίδια ή σοβαρά, η αναμονή για τακτικό ραντεβού δεν είναι η κατάλληλη επιλογή και απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Η μεγάλη πολιτική πρόκληση, πάντως, δεν εξαντλείται στη διευκόλυνση του κλεισίματος ενός ραντεβού. Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας είναι πόσες ημέρες μεσολαβούν έως την εξέταση, πόσα ραντεβού μένουν ανεκμετάλλευτα, ποιες ειδικότητες εμφανίζουν τις μεγαλύτερες ελλείψεις και πόσο διαφέρουν οι χρόνοι μεταξύ περιοχών. Η συστηματική δημοσιοποίηση αυτών των δεδομένων θα επέτρεπε στους πολίτες να γνωρίζουν την πραγματική εικόνα και στην Πολιτεία να παρεμβαίνει εκεί όπου η αναμονή είναι μεγαλύτερη.
Διότι στην υγεία η ισότητα δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχει μια δωρεάν υπηρεσία. Κρίνεται από το αν ο πολίτης μπορεί να τη χρησιμοποιήσει όταν τη χρειάζεται. Όσο η απάντηση στο «πότε θα με δει γιατρός;» εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την απάντηση στο «πόσα μπορώ να πληρώσω;», το δίλημμα «σε μήνες ή ιδιώτης αύριο» θα παραμένει μια καθημερινή, βαθιά κοινωνική ανισότητα.
